μυουρίζω

μυουρίζω
(ΑΜ μυουρίζω) [μύουρος]
καταλήγω σε ουρά ποντικού, απολήγω σε οξύ άκρο, είμαι μυτερός στο άκρο μου
νεοελλ.
ναυτ. κατασκευάζω μύουρο στο άκρο σχοινιού για εύκολη εισαγωγή του στους τροχίλους
αρχ.
1. (για τον σφυγμό) εξασθενώ, γίνομαι βαθμηδόν ασθενέστερος
2. (το παθ.) μυουρίζομαι
κατασκευάζομαι έτσι ώστε να καταλήγω σε οξύ άκρο, σε οξεία κορυφή.

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Look at other dictionaries:

  • μυουριζόμενον — μυουρίζω taper pres part mp masc acc sg μυουρίζω taper pres part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μυουριζόντων — μυουρίζω taper pres part act masc/neut gen pl μυουρίζω taper pres imperat act 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μυουρίζον — μυουρίζω taper pres part act masc voc sg μυουρίζω taper pres part act neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μυουρίζοντα — μυουρίζω taper pres part act neut nom/voc/acc pl μυουρίζω taper pres part act masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μυουρίζοντι — μυουρίζω taper pres part act masc/neut dat sg μυουρίζω taper pres ind act 3rd pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μεμυουρισμένη — μυουρίζω taper perf part mp fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μυουρίζειν — μυουρίζω taper pres inf act (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μυουρίζεται — μυουρίζω taper pres ind mp 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μυουρίζοντας — μυουρίζω taper pres part act masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μυουρίζοντες — μυουρίζω taper pres part act masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”